Κάθισα εκεί πέντε - έξι μέρες, αλλά μπορώ να πω ότι ήταν ένα σχολείο για μένα.
Την πρώτη μέρα που πήγα, κατά τις έντεκα, άνοιξε η πόρτα και πρόβαλλε μια χαμογελαστή φιγούρα: Ένας μπάρμπας εξηντάρης και βάλε. Χοντρός, φαλακρός, με μουστάκι και λαμπερό βλέμμα.
- Ο κυρ-Αντώνης! Ο κυρ-Αντώνης! Φωνάξαν οι "παληοί" από τα γύρω κρεβάτια.
Ο "κυρ-Αντώνης" μπήκε μέσα, περπατώντας δύσκολα πάνω στα στραβά του πόδια, φορτωμένος γλυκά και σουμάδες. Έπιασε να γυρίζει τα κρεβάτια ένα -ένα και να φιλά σταυρωτά τους αρρώστους. Κάποιος έβαλε μια καρέκλα στη μέση του θαλάμου

Κι ο κυρ-Αντώνης άρχισε τις ιστορίες...
Αποσβολωμένος στο κρεβάτι μου, ατένιζα την μυθική του φιγούρα. Καθισμένος εκεί στην καρέκλα, γερμένος μπροστά, με τις μεγάλες του παλάμες ακουμπισμένες στα γόνατα, να αφηγείται τις ιστορίες του και κάθε τόσο γέλια να ξεσπούν από γύρω... Γέλια αυθόρμητα, παιδικά...
Ο κυρ- Αντώνης, όπως μου είπαν μετά, ήταν από το Περιστέρι. Παληός, λαϊκός άνθρωπος. Είχε κάνει μια σοβαρή εγχείρηση εκεί και είχε νοσηλευτεί σ' εκείνο το θάλαμο. Την είχε βγάλει καθαρή, όπως λέμε και θεωρούσε χρέος του, κάθε τόσο, να επισκέπτεται τον "θάλαμό του" και να κάνει ό,τι μπορεί για να απαλύνει τον πόνο των αρρώστων... Με ανέκδοτα, με ιστορίες, με σουμάδες κι ένα καλό λόγο για τον καθένα.
Πόσα χρόνια έχουν περάσει...
Μα δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω τη μυθική του φιγούρα. Το κόκκινο, παχουλό του πρόσωπο. Τη μουστάκα. Το αρχοντικό του χαμόγελο... Αλλά κυρίως τα λαμπερά του μάτια.
Θα μου πείτε, πού τον θυμήθηκα τώρα τον κυρ-Αντώνη από το Περιστέρι...
Άκουγα πριν από λίγο Χατζηδάκη...
Κ.Λ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου